Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Γκιουλεκιάδα: πολεμική σε ήπιο τόνο -Μέρος τρίτο-Η χυδαιότητα ως ύφος


Κείμενο: Όμηρος Ταχμαζίδης
Ένα άλλο στοιχείο που ενσωματώνει το γλωσσικό ύφος του Κ. Γκιουλέκα είναι η χυδαιότητα των ιδιολέκτων της καθομιλουμένης. Ο δημοσιογράφος δε διστάζει να χρησιμοποιεί στο λόγο του στοιχεία της αγοραίας καθημερινής γλώσσας, ενώ ακόμη και τίτλοι σχολίων διατηρούν το ύφος χυδαίων εκφράσεων της καθομιλουμένης. Έτσι, τα κόμματα «τα βρίσκουν», [37] το «σκάφος του ΠΑΣΟΚ μπάζει νερά». [38] στις Βρυξέλλες «μας πήραν χαμπάρι… και άρχισαν να μας τραβάνε τα αυτιά», [39] οι πολιτικοί φροντίζουν να «μας πετάνε που και που κάποιες αόριστες δηλώσεις για να μας χρυσώσουν το χάπι…» [40], ο εορτασμός της Παγκόσμιας Οργάνωσης της Οικογένειας «περνάει στα ψιλά» [41] και, τέλος, «υπάρχουν κάποιοι ολίγιστοι, που βαστάνε ακόμη τα στενά… και ρίχνουν, κάθε τόσο, ένα τρισάγιο στη μνήμη και θυσία» των εθνικών ηρώων. [42] Σε τούτη την προνομιούχο κάστα συμπεριλαμβάνει ο Κ. Γκιουλέκας και τον εαυτό του, ο οποίος αφού πρώτα « ρίξει ένα τρισάγιο» στους ήρωες του παρελθόντος επιπλήττει τους συγχρόνους του: «Που πήγε, μωρέ, το ελληνικό φιλότιμο…» [43]


Γενικώς, ο δημοσιογράφος, μέλος των «ολίγιστων» που νοιάζονται την Ελλάδα, έχει μια πολύ χαλαρή σχέση με τη γλώσσα. Δε διστάζει καν να θέτει ως επικεφαλίδες στα δημοσιογραφικά του πονήματα στίχους από τραγούδια της βιομηχανίας διασκέδασης – ίσως γιατί «είναι μια ώρα δύσκολη…»[44]. Πιστός, όμως, στη δημοσιογραφική παράδοση του Ελληνικού Βορρά ξεστρατίζει συχνά, ακόμη περισσότερο, και το γλωσσικό του ύφος ολισθαίνει σε ένα είδος δημοσιογραφικού κουτσαβακισμού. [45]
Ενδεικτικός είναι ο λαϊκισμός και το ύφος με το οποίο αντιπαραθέτει τους κατοίκους της επαρχίας, «τη χρυσή εφεδρεία του Έθνους», προς εκείνους τους βολεμένους της Αθήνας: «Αν δεν ήταν αυτοί [σ.σ. οι της περιφέρειας] μήτε πολυθρόνες θάχαν να μείνει για τους σφωγγοκωλάριους, μήτε Κολωνάκι και… μπιντέδες!» [46] Η χυδαιότητα είναι μόνιμος συνοδός του επαρχιωτισμού.
Συχνά το θρασύ αυτό ύφος παίρνει τα χαρακτηριστικά ενός «λεκτικού τραμπουκισμού», κυρίως όταν ο δημοσιογράφος αναφέρεται στους αντιπάλους των πολιτικών και ιδεολογικών πεποιθήσεων. Ιδιαιτέρως όταν είναι υπό την επήρεια των μεγαλοανδρικών του αντιλήψεων. Έτσι, ο πρωθυπουργός της χώρας «αποδεικνύεται καθημερινά πολύ λίγος, πολύ μικρός για να αντιμετωπίσει τα μεγάλα και σοβαρά προβλήματα…» [47] Εδώ έχουμε την απόλυτη καταξίωση της γλώσσας των αθλητικών καφενείων. Με παρόμοιο τρόπο περιγράφει την πολιτική κατάσταση: «ένα αλαλούμ στην ηγεσία της χώρας…» [48] Και από ό.τι φαίνεται αισθάνεται πολύ βολικά με το συγκεκριμένο γλωσσικό ύφος, εφόσον η έλλειψη καλλιέπειας δεν τον πολυσκοτίζει. Αντιθέτως δυσανασχετεί με την «εθνική μας ξεφτίλα» [49] και δηλώνει ότι «είναι πολύ άσχημο να αισθάνεται κανείς ότι διαβιεί σε αυτό το κράτος-μπάχαλο…»[50] και επικαλείται, για πολλοστή φορά, έναν «ολόκληρο λαό, ένα Έθνος που δεν μπορεί, δεν ανέχεται να του τσαλακώνουν τόσο βάναυσα το φιλότιμό σου»! [51]
Ο νηπιακός λυρισμός του εθνικιστή
Το τρίτο στοιχείο που εκδηλώνεται στο γλωσσικό ύφος του Κ. Γκιουλέκα είναι ένας νηπιακός λυρισμός. Σε ορισμένες περιπτώσεις η κακή χρήση της γλώσσας προδίδει αμέσως την έλλειψη συγκροτημένου λόγου και συγκροτημένης αντίληψης των πραγμάτων. Το φαινόμενο επιτείνεται από έναν ακατάσχετο «εθνικό» λυρισμό. Τα αποτελέσματα τις περισσότερες φορές είναι κωμικοτραγικά. Συνήθως πελαγοδρομεί στις εθνικιστικές του ιδεοληψίες χωρίς να αντιλαμβάνεται το διαρκές ολίσθημα στην ανακρίβεια, την κοινοτοπία και τις… αερολογίες!
Υπάρχει μια διάσταση στη σκέψη του που θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας΄ είναι ο ιστορικός χρόνος του Έθνους, που μετριέται σε χιλιετίες. Αλλά αυτές οι χιλιετίες είναι ένα διαρκές βάσανο. Εδώ τα στερεότυπα επιβάλλουν τον τόνο στο ύφος της γραφής του: «Χώρα ταλαιπωρημένη, χώρα βασανισμένη η Ελλάδα, αναδεικνύει το μεγαλείο της με την μακραίωνη παρουσία της σε τούτο εδώ τον βράχο της Βαλκανικής, αγωνιζόμενη μέσα από χίλια δεινά, να επιβιώσει και να συνεχίσει το διάβα της στην Ιστορία». [52]
Η ιστορία και ο πολιτισμός της χώρας έχουν προσλάβει ιδιόμορφες διαστάσεις στη σκέψη του και εξίσου ιδιόμορφα νηπιακός είναι από υφολογικής σκοπιάς είναι και ο λόγος του. [53] Το ύφος της περισσότερες φορές θυμίζει εκθέσεις ιδεών εφήβων της μέση εκπαίδευσης. Εννοείται παλαιότερων εποχών: «Ελλάδα μας, φώτισες κάποτε τα Έθνη και λαούς με τη λάμψη σου». [54] Με ανάλογο τρόπο σχολιάζει την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου: «Κι ήλθε η Αγία Μέρα, η φωτοδότρα κι έλουσε η Δόξα την Ελλάδα απ΄ άκρη σ΄ άκρη. Ξημέρωσε μια άλλη χώρα, ένας άλλος λαός, μια άλλη Ελλάδα». [55]
Ο λυρικός οίστρος του ανεβαίνει κατακόρυφα όταν πραγματεύεται ιστορικά ζητήματα και μεταβάλλεται αμέσως σε μαθητή ο οποίος προσπαθεί να αριστεύσει στην έκθεση ιδεών: «…οι Έλληνες μες τα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο και ρεζίλευαν μια τρανή αυτοκρατορία. Όπως και τότε, στα 1821. Μια δράκα Έλληνες όλοι και όλοι και τα ‘βαλαν και με τον Οθωμανούς και με τους Ιταλούς. Δεν κιότεψαν. Ρίχτηκαν, στη φωτιά, σαν λιοντάρια, και στήσανε το τρελό πανηγύρι της νίκης, το πανηγύρι το ελληνικό, το πανηγύρι το μοναδικό, μεθυσμένο από το αθάνατο κρασί του Εικοσιένα. Και γράψανε με το αίμα τους την νεώτερη δόξα της Ελλάδος». [56]
Το μαθητικό ύφος συναντάει τα αναιμικά ακούσματα της ποίησης, την ιδεολογία ηρωισμού και τα εκφραστικά της μέσα, την καθομιλουμένη άλλων εποχών ως λογοτεχνικό επίχρισμα σε ένα ανούσιο λόγο και τη γλώσσα των αθλητικογράφων της τηλοψίας… με τα τρελά πανηγύρια της νίκης. Ένα συμπίλημα μοναδικό στην… εθνικιστική κενολογία του.
Πολύ συχνά ο δημοσιογράφος παλινδρομεί στα παιδικά ακούσματα και σε μια απαρχαιωμένη ιδεοληπτική αντίληψη χρέους προς το «Έθνος» και την «Ιστορία»: «Το οφείλουμε στο Έθνος και στην Ιστορία, η οποία τιμωρεί τους επιλήσμονες. ΤΟ οφείλουμε στην Σμύρνη και την Αγιά Σοφιά που τα αποκαΐδια τους ακόμη καπνίζουν στις ψυχές και τις μνήμες των Ελλήνων. Το οφείλουμε, τέλος, στους θρύλους και τις παραδόσεις «πάλι με χρόνια, με καιρούς»…».[57]
Με αυτό το ψευδολυρικό ξέσπασμα επαναφέρει τον αλυτρωτισμό ως «ιστορικό χρέος», επικαλούμενος μια μεταφυσική αντίληψη της ιστορίας τιμωρού. Από αυτή την οπτική γωνία μπορούν να γίνουν κατανοητές και διάφορες φασιστίζουσες αντιλήψεις: «Ως φυλή σταθήκαμε άξιοι της Ιστορίας μας. Τώρα ένα είναι το χρέος μας: Ως άτομα να σταθούμε άξιοι της φυλής μας». [58]
Ο αλυτρωτισμός και η γενικότερη επιθετική διάθεση απέναντι στους γειτονικούς λαούς [59], δεν τον εμποδίζει να μακαρίζει υποκριτικά και με νηπιακό τρόπο την επάνοδο της ειρήνης στη Δυτική Βαλκανική και να εύχεται σε λυρικό τόνο την παγίωσή της: «Τώρα μέσα στις στάχτες και στα ερείπια που καπνίζουν ένα περιστέρι με τις φτερούγες του βαμμένες από το αίμα των αμάχων. Κάνε κάτι Θεέ μας να μη το βρει καμία αδέσποτη. Την έχουμε ανάγκη αυτήν την ειρήνη…» [60]
Δεν είναι μόνο η κοινοτοπία του περιεχομένου που εκπλήσσει δυσάρεστα – επιβεβαίωση ότι η «κοινοτοπία είναι η αντεπανάσταση»- αλλά και το ύφος της γραφής του το οποίο είναι εντελώς νηπιακό. Κάτι που δεν μπορεί να συγκαλύψει η σποραδική και επιτηδευμένη χρήση αρχαϊκών εκφράσεων ή λατινικών ρητών.
Ως «επιδόρπιο» επιλέγουμε ένα απόσπασμα από «σχόλιο» του Κ. Γκιουλέκα για το «πόθεν έσχες» του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου: «Ας μην ξεχνάμε ότι η γυνή του Καίσαρος δεν αρκεί μόνο να είναι τιμία, αλλά πρέπει να φαίνεται και τιμία. Κι αφού αναφερόμαστε στον Καίσαρα και στη γυνή του, ως κλείσουμε αναφωνώντας λατινιστί: o tempora, o mores». [61]
Σημειώσεις:
37. Ελληνικός Βορράς,23/4/1995, σ. 5.
38. Ελληνικός Βορράς, 11/6/1995, σ. 5 «Μπάζει η πατρίδα μας από παντού…», Ελληνικός Βορράς, 29/3/1998,σελ. 5.
39. Ελληνικός Βορράς, 23/7/1885, σελ. 5
40. Ελληνικός Βορράς, 22/3/1998, σελ. 5. Σε άλλο σημείο προχωράει ακόμη περισσότερο υποστηρίζοντας ότι οι κυβερνώντες «θυμίζουν γκαιμπελίσκους σε εξελιγμένοι μορφή…», Ελληνικός Βορράς, 20/2/2000,σελ. 5.
41. Ελληνικός Βορράς, 17/5/1998, σελ. 5
42. Ελληνικός Βορράς, 29/3/1998, σελ. 5.
43. Ελληνικός Βορράς, 28/1/ 1997, σελ. 5.
44. Ελληνικός Βορράς, 28/1/1996, σελ. 5. Το σχόλιο αφορά στις δυσκολίες που συναντούσε το κόμμα του Πολιτική Άνοιξη του σημερινού προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Αντώνη Σαμαρά. -  Η χρήση αυτή δεν είναι περιστασιακή, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του γλωσσικού του ύφους. Και σε άλλες περιπτώσεις ο δημοσιογράφος χρησιμοποιεί στίχους από λαϊκά τραγούδια στα κείμενά του: «φαίνεται πως ο κ. Σημίτης δεν έχει ακούσει το γνωστό τραγούδι, που λέει: Στην άμμο μην χτίζεις παλάτια…», Ελληνικός Βορράς, 8/12/1996,σ ελ. 4. Πήρε ο βοριάς τη γλώσσα και την έκανε κομμάτια!
45.Στη σκιά του Νίκου Μέρτζου ο Κ. Γκιουλέκας δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από τούτη την παράδοση της ακροδεξιάς εφημερίδας. Το συγκεκριμένο ύφος γραφής απαντάται συχνότατα σε κείμενα του Νίκου Μέρτζου και παλαιότερα του Ηλία Κύρου. Από την άλλη απορεί κανείς με το θράσος ή την άγνοια του Κ. Γκιουλέκα, ο οποίος επικαλείται τη δημοκρατική παράδοση του Ελληνικού Βορρά. Εδώ έχουμε πλήρη διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Σε ένα άρθρο του για το «ΟΧΙ» της 28ης Οκτωβρίου σημειώνει: «Προς αποφυγή παρεξηγήσεων αναφέρουμε ότι ο Ελληνικός Βορράς και οι συντάκτες τους έχουν αποδείξει με τους αγώνες τους για τη δημοκρατία και, μάλιστα, αυτή η εφημερίδα εδιώχθη από την δικτατορία Μεταξά και παρέμεινε κλειστή εκείνο το διάστημα λόγω του διωγμού που υπέστη», Ελληνικός Βορράς, 2/11/1997, σελ. 5. – Την περίοδο εκείνη η εφημερίδα ανήκε στο στρατόπεδο των «βενιζελικών» και όχι των ακροδεξιών. Ο Ελληνικός Βορράς άλλαξε γραμμή ιδεολογικής πλεύσης μετά τον πόλεμο. Στη βόρεια Ελλάδα υπήρξε το δημοσιογραφικό όργανο της πιο «σκληρής» Δεξιάς για να καταλήξει στην Ακροδεξιά και στην υποστήριξη της δικτατορίας, στην προετοιμασία της οποίας είχε συμβάλλει!
46. Ελληνικός Βορράς, 11/2/1996, σελ. 5.
47. Ελληνικός Βορράς, 17/3/1996, σελ. 4. Πρόκειται για τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη. Σε άλλο σχόλιο του χαρακτηρίζει τον τότε υπουργό των Εξωτερικών Γεώργιο Παπανδρέου «αμερικανοθρεμμένο», διερωτώμενος μάλιστα αν είναι και «αμερικανοπρεπής»! Ελληνικός Βορράς, 19/12/1999, σελ. 5. Και, φυσικά, δε διστάζει να αναφέρεται σε «εφιάλτες» «που βρίσκονται εντός των τειχών και, με την στάση και την πρακτική που ακολουθούν, υπονομεύουν το μέλλον, αυτού του τόπου. Φευ!», Ελληνικός Βορράς, 21/11/1999, σελ. 5.
48. Ελληνικός Βορράς, 9/6/1996, σελ. 5
49. Ελληνικός Βορράς, 20/4/1997, σελ. 4. Τίτλος σχολίου του που αφορά τις διαπραγματεύσεις Ελλάδος – ΠΓΔΜ.
50. Ελληνικός Βορράς, 29/12/1996, σελ. 4. Η έκφραση  «κράτος μπάχαλο» απαντάται συχνότερα. Σε ένα σχόλιο με τον «ευρηματικό» τίτλο «Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά» που αφορούσε τις αλλαγές στην Τ.Α. υπό την κωδική ονομασία «Καποδίστριας» ο Κ. Γκιουλέκας αποφαίνεται: «Τώρα, αν τα έκαναν μπάχαλο σ΄ όλη την περιφέρεια… λίγο τους νοιάζει», Ελληνικός Βορράς, 26/10/1997, σελ. 5.
51. Ελληνικός Βορράς, 19/10/1997, σελ. 5. Πρόκειται για σχόλιο που αφορά στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Κ. Σημίτη. Η έκφραση χρησιμοποιείται και σε μια πολεμική κατά του υπουργού ΠΕΧΩΔΕ Κ. Λαλιώτη: «… αυτό το φιλότιμο δεν μπορεί κανείς να το τσαλακώνει….», Ελληνικός Βορράς, 5/11/1995, σελ. 5.
52. Ελληνικός Βορράς, 14/7/1996, σελ. 4. Η εθνικιστική μονομανία εμπλέκει το δημοσιογράφο σε κωμικές «αποφάνσεις». Αναφέρει σχετικά με τους Βαλκανικούς Πολέμους: «Ήταν η εποχή που υψωνότανε, μετά από 500 περίπου χρόνια, η γαλανόλευκη, σύμβολο του Έθνους και της Λευτεριάς στα Γιαννιτσά, στην Κοζάνη, στην Θεσσαλονίκη, στις Σέρρες, στο Κιλκίς αλλά και στη Βόρεια Ήπειρο», Ελληνικός Βορράς, 3/1/1999, σελ. 5. Διέλαθε της προσοχής του αρθρογράφου ότι η «γαλανόλευκη» είναι η σημαία του σύγχρονου ελληνικού κράτους και δεν έχει καμία σχέση με τη βυζαντινή περίοδο.
53. Η γραφή της λέξης ιστορία με κεφαλαίο «γιώτα» δείχνει τη μεταφυσική διάσταση που δίνει στο ρόλο της ιστορικής εξέλιξης και του έθνους, της φυλής κλπ. που εμπλέκονται σε αυτή τη ροή. Η ιστορία είναι ένα υποκατάστατο της θρησκείας. Από μια τέτοια συνείδηση προκύπτουν και φράσεις, όπως η ακόλουθη: «Γιατί ζούμε σε ένα τόπο, οπυ μόνο αν διδαχθούμε κι αν τιμήσουμε την ιστορία μας, τότε και η ιστορία μας θα μας σεβασθεί και θα μας τιμήσει. Η λησμονιά δεν αρμόζει σε έθνη ανάδελφα, όπως το ελληνικό…», Ελληνικός Βορράς, 24/10/1999, σε,. 5.
54. Ελληνικός Βορράς, 19/1/1997, σελ. 5.
57. Ελληνικός Βορράς, 21/9/1997, σελ. 5.
59. Ελληνικός Βορράς, 21/9/1995, σελ. 5. Οι αντιλήψεις του Κ. Γκιουλέκα για την ιστορία είναι επιδερμικές, κινούνται στο πλαίσιο ενός στενού εθνικιστικού ορίζοντα που αγνοεί την εξέλιξη των σχετικών επιστημών τα εκατό, τουλάχιστον, τελευταία χρόνια. Θα χρειαζόταν ένα άλλο άρθρο για μια ενδελεχή κριτική τους.
59. Συχνά έρχονται στο προσκήνιο αλυτρωτικά αιτήματα για τη Βόρειο Ήπειρο και για άλλες περιοχές τις οποίες διεκδικούσε ο παραδοσιακός ελληνικός αλυτρωτισμός.
60. Ελληνικός Βορράς, 13/6/1995, σελ. 5.
61. Ελληνικός Βορράς, 23/7/1995, σελ. 5.
Υ.Γ. 1: Ο τίτλος του άρθρου ήταν πρωταρχικώς  Πολεμική σε ήπιο τόνο, ο εκδότης διευθυντής του ΕΝΕΚΕΝ Γιώργος Γιαννόπουλος προσέθεσε – προφανώς χάριν αστεϊσμού - και τη λέξη «Γκιουλεκιάδα». Διατήρησα τον τίτλο και στην ηλεκτρονική μορφή του άρθρου.

Υ.γ. 2: Για τη δήλωση του Μάκη Βορίδη αναφορικά με τον Ανδρέα Παπανδρέου συγκρ. το παλαιότερο άρθρο μας με τίτλο «H post mortem θυσία του Ανδρέα Παπανδρέου»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...