Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Γκιουλεκιάδα: πολεμική σε ήπιο τόνο-Μέρος πρώτον: Εισαγωγή

Κείμενο: Όμηρος Ταχμαζίδης
[Το  κείμενο δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση πολιτισμού ΕΝΕΚΕΝ (τεύχος 18/ Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010) και κυκλοφόρησε πριν τις δημοτικές εκλογές. Ελπίζουμε να συνέβαλε στην ήττα του εκλογικού συνδυασμού του Κώστα Γκιουλέκα, διάδοχης κατάστασης της δημοτικής παράταξης του πρώην δημάρχου Βασίλη Παπαγεωργόπουλου και φυσικής και πολιτικής συνέχειας του 24χρονου δημοτικού καθεστώτος της υπερσυντηρητικής πολιτικής Δεξιάς και Ακροδεξιάς στο δήμο Θεσσαλονίκης. 
Τώρα ο Κώστας Γκιουλέκας συμμετέχει στη νέα κυβέρνηση της χώρας: 
ως υφυπουργός Παιδείας.
Το άρθρο θα δημοσιευτεί σε τέσσερα μέρη:
Εισαγωγή, Αρχαιοπληξία και ημιμόρφωση,
Η χυδαιότητα ως ύφος,
Ο νηπιακός λυρισμός του εθνικιστή.]


Ύφος γραφής, ύφος ζωής
Το στιλ, στιλέτο, δίκοπο κοφτερό λεπίδι΄ κόβεις και κόβεσαι.
Όμηρος Ταχμαζίδης, Υλικά φιλοσοφικής γραφής
Πριν κάμποσα χρόνια ο γλωσσολόγος Γεώργιος Μπαμπινιώτης συμπεριέλαβε στην έκδοση ενός λεξικού στο λήμμα «Βούλγαρος» και τη σημασία του οπαδού των ποδοσφαιρικών συλλόγων της Θεσσαλονίκης. [1]
Τούτο ήταν αφορμή να δεχθεί δριμεία επίθεση από ακραίες εθνικιστικές ομάδες. Στη δημόσια αντιπαράθεση πήρε  θέση και ο δημοσιογράφος του εθνικιστικού Ελληνικού Βορρά Κωνσταντίνος Γκιουλέκας, ο οποίος επέκρινε τον επιστήμονα για την υποτιθέμενη αστοχία του. Ο λεξικογράφος, σύμφωνα με τον επίδοξο γνωμηγήτορα του εθνικιστικού φύλλου, δεν έλαβε υπόψη του τους πιθανούς κινδύνους στους οποίους θα ενέπλεκε το ελληνικό Έθνος με την επιπόλαιη ενέργειά του να συμπεριλάβει στο λεξικό και τη σημασία που έχει μια λέξη στην ιδιόλεκτο των αθλητικών σταδίων. [2]
Στο ίδιο λεξικό διαβάζουμε στο λήμμα «κόγχη»: «κόγχη»: ΓΕΩΛ. Κοίλωμα με αμφιθεατρικό και ημικυκλικό σχήμα, που βρίσκεται στην επιφάνεια του εφάφους και που σχηματίστηκε από τις διαβρωτικές διεργασίες, παγετώνα». [3]
Δεν επιλέξαμε τυχαίως τη λέξη «κόγχη». Ο δημοσιογράφος Κ. Γκιουλέκας τη χρησιμοποιεί τακτικά σε σχόλια που αφορούν στην Ελλάδα και την ιστορία της. Η χώρα παρομοιάζεται με «μικρή κόγχη»: «… όσο υπάρχουν  Έλληνες σε τούτη τη μικρή κόγχη της Μεσογείου…» [4]. Η Ελλάδα είναι κοίλωμα της Μεσογείου; Η μεταφορά ξενίζει, αλλά δεν έχει γίνει από παραδρομή.
Η λέξη κόγχη χρησιμοποιείται συχνά για να καταδειχθεί η δυσαναλογία ανάμεσα στη στενότητα του ιστορικού γεωγραφικού χώρου και το υποτιθέμενο διαχρονικό μεγαλείο των κατοίκων της: «… δεν σημαίνει ότι έπαψαν να κατοικούν σε τούτη τη βραχώδη κόγχη της Βαλκανικής Έλληνες, όπως και εκείνοι οι παλαιοί….»[5]. Και είναι το αιώνιο φυλετικό ποιόν των κατοίκων της, το οποίο προσδίδει στη «χώρα-κόγχη» διαστάσεις θρύλου: «… όσο ζει αυτή η φυλή, που κατοικεί στη θρυλική τούτη κόγχη της Μεσογείου…»[6] Η σπουδαιότητα της επιβεβαιώνεται διαρκώς από την εποχή του μύθου έως τη σημερινή των δύο κατόχων του βραβείου Νόμπελ στην ποίηση, οι οποίοι αποτελούν και τη σύγχρονη απόδειξη «ότι σε τούτη την κακοτράχαλη κόγχη της Μεσογείου καίει άσβεστη του Προμηθέα η δάδα και αναπαράγεται, επί 4.000 χρόνια, η ίδια φυλή, το ίδιο Γένος». [7] Έτσι, «…σε τούτη τη μικρή αυτή κόγχη της Μεσογείου…»[8] αναμετριόμαστε με τις «…χιλιετηρίδες της ζωής του ελληνικού Έθνους…». [9] Η «κόγχη» φαίνεται ότι αποτελεί το δοκιμαστικό σωλήνα για τη βιολογική διαιώνιση της σπάνιας φυλής των Ελλήνων. Το Λεξικό του Γεωργίου Μπαμπινιώτη, ωστόσο, επιμένει, ότι «κόγχη» σημαίνει κοίλωμα. Ένα μικρός χηραμός η Ελλάδα στο χώρο της Μεσογείου; [10]
Παρότι ο δημοσιογράφος στη διαμάχη για το λήμμα «Βούλγαρος» δε δίστασε να προτρέψει τον γλωσσολόγο να επιδείξει αυτοσυγκράτηση και να προτάξει το υποτιθέμενο εθνικό συμφέρον έναντι του επιστημονικού ενδιαφέροντος, ο ίδιος διατηρεί για τον εαυτό του το δικαίωμα να αποφαίνεται και για την κακή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, κατά την κρίση του, η ελληνική γλώσσα και, πέραν τούτου, να προειδοποιεί ακόμη και για τους «κινδύνους» που την περιβάλλουν. [11]
Έτσι, ενώ ασχολείται με διάφορα «ιδιώματα» της καθημερινότητας, διαπιστώνει και αυτός – όπως και άλλοι «κινδυνολόγοι» - τη «γνωστή πενία λεξιλογίου, που μαστίζει τους νεοέλληνες»![12] Φαίνεται δε, πως ενοχλείται σφόδρα από το γεγονός, ότι «έχουμε καταντήσει να χρησιμοποιούμε και να συνεννοούμαστε μόνο με 500-600 λέξεις στην καθημερινή ζωή μας» και εξανίσταται γιατί ενώ οι ξένοι μαθαίνουν ελληνικά, εμείς «ξεχνάμε τη γλώσσα μας και το χειρότερο, τη νοθεύουμε με σολικισμούς και δανεισμούς ξένων λέξεων».[13]
Ο μύστης της ελληνικής γράφει λανθασμένα τη λέξη σολοικισμός. [14] Αλλά και γενικώς, ο συγκεκριμένος τιμητής της εθνικής μας λεξιπενίας, έχει προβλήματα με τον χειρισμό της γλώσσας. Δεν γράφει απλώς πρόχειρα, αλλά κακοποιεί διαρκώς την ελληνική. Η γραφή του είναι ρηχή, χωρίς συνοχή, με σωρεία ασυναρτησιών και ασυνταξιών, ενώ της λείπει το προσωπικό γλωσσικό ύφος. Πολλές φορές η κατάσταση γίνεται αφόρητη για τον αναγνώστη, εξαιτίας της αδυναμίας του συντάκτη να διατυπώσει ορθώς μια ολοκληρωμένη πρόταση. Γραφή ανομοιογενής, προφανώς απόρροια ακουσμάτων, αποστηθίσεων και ετερογενών επιδράσεων σε σχεδόν ακατέργαστη μορφή, που συνθέτουν ένα μιξοβάρβαρο ύφος βουτηγμένο στους σολοικισμούς. Τούτο πέραν της γλωσσικής υστέρησης προδίδει και κάποια διανοητική αδυναμία του συντάκτη σε σχέση με τα  θέματα που πραγματεύεται. Από εδώ προέρχεται, σε μεγάλο βαθμό, και η σολοικία. [15] Ο Κ. Γκιουλέκας φαίνεται πως ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των δημοσιογράφων που στερούνται ικανοτήτων στον γραπτό λόγο. [16]
Σε πλήθος περιπτώσεων η γλωσσική αδεξιότητα είναι προφανέστατη. Αλλά επειδή, σύμφωνα με μια δική του διατύπωση, «το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο [sic!] και χρήζει μεγάλης προσοχής» [17], θα πρέπει να παραθέσουμε μερικά παραδείγματα από τα δημοσιογραφικά πονήματα του για να αιτιολογήσουμε τον ισχυρισμό μας.
Αρκετά συχνά στα κείμενά του συναντάμε αξιοπερίεργες διατυπώσεις που ενοχλούν το γλωσσικό αισθητήριο, όπως «…με ό,τι συνέπειες συνεπάγεται κάτι τέτοιο…»,[18] «τον λαϊκισμό και τις «σοσιαλιστικές» πρακτικές των πράσινων πρακτικών…», [19] «…επιβολή αυτών των άκρως υπερβολικών και αυθαίρετων μέτρων που επιβλήθηκαν σχεδόν αυθαίρετα…»,[20] ο δήμαρχος διοικεί «από το αξίωμα του δημάρχου».[21] Τέλος, σε κάποια περίπτωση μας κεραυνοβολεί με τα «σύγχρονα προβλήματα» της χώρας τα οποία «…είναι πολλά και ταλανίζουν τους Έλληνες, ιδίως αυτή την κρίσιμη περίοδο από την οποία διερχόμεθα»![22]
Σε ορισμένες περιπτώσεις η λανθασμένη χρήση των λέξεων προκαλεί θυμηδία: «Περνούν τα χρόνια κι οι καιροί κι η μνήμη – μαζί με την ευαισθησία – αδυνατίζει, χαλαρώνει». [23] Το αδυνάτισμα και το χαλάρωμα της μνήμης θυμίζουν  λίγο τα γυμναστήρια που διαφημίζουν ταχύρρυθμα προγράμματα απώλειας βάρους και σύσφιγξης του σώματος! Αλλά η μνήμη δεν είναι δυνατόν να αδυνατίσει, γιατί δεν έχει…  λίπος, όπως το σώμα! Η μνήμη εξασθενεί. [24]
Σημειώσεις:

  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, εκδ. Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998 –«…κατχρ. Υβριστικά) ο οπαδός ή παίκτης ομάδας της Θεσσαλονίκης (κυρίως του ΠΑΟΚ)».
  2. Ο τίτλος του σχολίου είναι «Ας είμαστε προσεκτικοί…». Ο δημοσιογράφος αφού ενημερώσει το κοινό του ότι «το λεξικό του γλωσσολόγου Μπαμπινιώτη περιέχει σχόλια και αναφορές που, υπό άλλες συνθήκες, δεν θα ήταν άξια να αναφερθούν», ασκεί διττή κριτική στον επιστήμονα. Αφενός θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι να συμπεριληφθούν στο λεξικό σημασίες λέξεως που «δεν προέρχονται και δεν χρησιμοποιούνται από μεγάλες ομάδες πληθυσμού, αλλά από μεμονωμένα άτομα που δεν εκφράζουν κανένα και τίποτα» και αφετέρου «η καταχώρησή τους… σ΄ ένα λεξικό προξενεί αντίθετα σοβαρές προσβολές και παρεξηγήσεις, γιατί με τον τρόπο αυτό το περιθώριο βρίσκει πεδίο έκφρασης και επισημοποιείται μια ανύπαρκτη κατάσταση που κανείς δεν υιοθετεί και δεν χρησιμοποιεί». Ο Κ. Γκιουλέκας δεν αρκείται σε αυτά τα δύο αντιεπιστημονικά «επιχειρήματα», αλλά διατυπώνει και ένα ακόμη «ακλόνητο» για κάθε κινδυνολόγο εθνικιστή: «Κανείς δεν γνωρίζει πως θα χρησιμοποιήσουν κάποιοι κάποτε τα όσα γράφονται στο λεξικό… Ποιος γνωρίζει… πως θα χρησιμοποιηθεί κατά του Ελληνισμού… η έννοια «οπαδός ομάδων της Θεσσαλονίκης στο λήμμα «Βούλγαρος» και τα όσα περιέλαβε στο λεξικό του ο γνωστός γλωσσολόγος». Με αυτά τα «επιχειρήματα» ο δημοσιογράφος έκρινε ότι «ήταν τουλάχιστον άσκοπο και άστοχο να περιληφθούν τέτοιες αναφορές σ΄ αυτό το πόνημα…», Ελληνικός Βορράς, 31/5/1998, σ. 5. Άλλη αναφορά του στο θέμα έχει ως σχόλιο τον τίτλο: «Το λεξικό της ντροπής», Ελληνικός Βορράς, 24/5/1998, σ. 3.
  3. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, ό.π..
  4. Ελληνικός Βορράς, 22/4/1995, σ. 4. Είναι η πρώτη φορά – Μεγάλο Σάββατο 22 Απριλίου 1995 – που αναφέρεται το όνομα του  Κωνσταντίνου Γκιουλέκα ως υπεύθυνου της στήλης «Απόψεις-Σχόλια» στην εθνικιστική εφημερίδα. Τη θέση αυτή θα τη διατηρήσει έως και ένα μήνα πριν την έναρξη του προεκλογικού αγώνα του 2000. Την Κυριακή 12 Μαρτίου 2000 ο Ελληνικός Βορράς δημοσίευσε τη σύνθεση των ψηφοδελτίων της Νέας Δημοκρατίας στην Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα στους υποψηφίους συγκαταλέγονταν και ο Κωνσταντίνος Γκιουλέκας. Η στήλη «Σχόλια – Απόψεις» συνέχισε να υφίσταται και τη «υπόγραφε» ο δημοσιογράφος Γιάννης Σεϊτανίδης. Οι αλλαγές αυτές συμπίπτουν και με την πώληση του Ελληνικού Βορρά. Την Κυριακή 3 Μαρτίου 2000, η εφημερίδα δημοσίευσε πρωτοσέλιδα μια ανακοίνωση την οποία υπέγραφαν η Τέσα Π. Λεβαντή και ο Νίκος Ι. Μέρτζος, με την οποία γνωστοποιούσαν πως «μαζί με τη θυγατρική εφημερίδα «Σπορ του Βορρά», την ασυγκρίτως ισχυρότερη του Βορρά, ο Ελληνικός Βορράς, οι παραδοσιακές εφημερίδες «Μακεδονία» και «Θεσσαλονίκη» και τα περιοδικά τους αποτελούν ενιαίο δημοσιογραφικό συγκρότημα ικανό να ανταποκριθεί στις ιστορικές προκλήσεις των καιρών…».
  5. Ελληνικός Βορράς, 2/11/1998, σ. 5. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις τη συγγενική σχέση προς τους αρχαίους την προσωποποιεί: «Όλοι εμείς, που αντρωθήκαμε σε τούτη τη μικρή κόγχη της Μεσογείου με την περηφάνια, με το καμάρι των Σαλαμινομάχων, των Μαραθονομάχων, των υπερασπιστών των Θερμοπυλών», Ελληνικός Βορράς, 4/2/1996, σ. 4-5. Πρόκειται για μια «ανοικτή επιστολή» που έστειλε μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας ο «ακραιφνής Έλληνας» Κ. Γκιουλέκας στον πρωθυπουργό της χώρας Κ. Σημίτη μετά τα γεγονότα στα Ίμια.
  6. Ελληνικός Βορράς, 28/10/1995, σ. 5.
  7. Ελληνικός Βορράς, 3/1/1999, σελ. 5. Στην επιστολή προς τον πρωθυπουργό Κ.Σημίτη (βλ. σημείωση 5) ο Κ. Γκιουλέκας ενημερώνει τον πρωθυπουργό ότι έκανε «κάποιο λάθος για τους νεότερους» Έλληνες και συμπληρώνει: «Και δε λάβατε υπόψη σας ότι αυτοί είναι φτιαγμένοι αό την ίδια εκείνη στόφα, που γεννά τη φυλή χιλιάδες χρόνια», Ελληνικός Βορράς, 4/2/1996, σ. 4-5.
  8. Ελληνικός Βορράς, 5/11/1995, σελ.4.
  9. Ελληνικός Βορράς, 14/7/1996, σελ. 4. Η σύγχυση ανάμεσα στη «χιλιετία» και στη «χιλιετηρίδα» είναι πολύ συνηθισμένη. Και ο Κ. Γκιουλέκας αρκετές φορές υποπίπτει σε αυτό το λάθος. Η «κόγχη» είναι κάτι σαν ιστορική καταδίκη αυτής της φυλής, που δεν επιτρέπει λοξοδρομήσεις: «Πέρασαν αρκετές χιλιάδες χρόνια από τότε που οι πρώτοι Έλληνες πάτησαν τούτον εδώ το βράχο που λέγεται Ελλάδα και η φυλή μας έκανε πάντα τις ίδιες επιλογές. Είναι πολύ αργά για να αλλάξει σήμερα πορεία». Ο τίτλος του άρθρου από το οποίο προέρχεται το απόσπασμα είναι «Όχι άλλα χαστούκια»! Ελληνικός Βορράς, 19/10/1997, σελ. 5.
  10. Ο Κ. Γκιουλέκας δεν αντιλαμβάνεται προφανώς ότι η Ελλάδα, όπως τη θεωρεί ο ίδιος ως μια διαχρονική παρουσία, δεν ήταν πάντοτε μια μικρή χώρα. Αν θεωρήσουμε ότι η σύγχρονη Ελλάδα είναι συνέχεια του Βυζαντίου, όπως εμφανώς πιστεύει ο ίδιος, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν μια «μικρή κόγχη» της Μεσογείου. Στη μεγαλύτερή της διάρκεια ήταν μια υπερδύναμη της εποχής. Τα στερεότυπα της μικρής και αδύναμης χώρας μεταφέρονται για να περιγράψουν και καταστάσεις του παρελθόντος ή μήπως ο δημοσιογράφος δεν έχει πλήρη επίγνωση σε τι αναφέρεται;
  11. Σε σχόλιό του με τίτλο «Σπικάρω τα ελληνικά» ασχολείται με το πρόβλημα της γλώσσας από αφορμή τις δηλώσεις του ελληνιστί και προέδρου της Διεθνούς Ακαδημίας προς διάδοση του Πολιτισμού, καθηγητή και ποιητή Φραντζέσκο Λιγόρα, Ελληνικός Βορράς, 22/12/1996, σελ. 4.
  12. – Η γραφή της λέξης «νεοέλληνες» με πεζό «νι» δεν είναι τυχαία. Καταγράφει τις διαρκείς μεταπτώσεις του εθνικιστή από συναισθήματα θαυμασμού και περηφάνιας για την καταγωγή του σε συναισθήματα μισαυτίας. Ο Κωνσταντίνος Γκιουλέκας, έμπλεος από ένα αίσθημα κατωτερότητας απέναντι στους άλλους Ευρωπαίους, μισεί τους «νεοέλληνες». Ένδειξη αυτής της μισαυτίας (μισεί εαυτόν) είναι η εσκεμμένη γραφή της λέξεως «νεοέλληνες» πάντοτε με μικρό «νι» και μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις με κεφαλαίο «νι». Βλ. Ελληνικός Βορράς, 2/7/1995, σελ. 5 – Εκτός από μερικούς «άξιους νεοέλληνες» στους οποίους προφανώς συμπεριλαμβάνει ο Κ. Γκιουλέκας και τον εαυτό του, οι υπόλοιποι δεν ανταποκρίνονται στα υψηλά κριτήρια αξιοσύνης του δημοσιογράφου, ο οποίος αναγκάζεται να ζητήσει βοήθεια από το παρελθόν και καλεί διάφορα πρόσωπα της ιστορίας να έλθουν ως αρωγοί στη σύγχρονη Ελλάδα: «Που  ΄σαι, ωρέ Θοδωρή Κολοκοτρώνη! Που ΄σαι, ωρέ Διάκο, ωρέ Καραΐσκο, ωρέ Παπαφλέσσα, ωρέ Κασομούλη! Που ΄σαι ωρέ λεβέντη ανώνυμε αγωνιστή του ΄21! Σηκωθείτε κι ελάτε να μας βοηθήσετε τώρα, στη μιζέρια μας. Έλα Δέσποτά μας κι άναψε ένα ακόμη μπουρλότο σε μια νέα Αγία Λαύρα. Σήκωσε ψηλά το λάβαρο κι όρκισε τους πιστούς, τους αγνούς που απέμειναν σκορπισμένοι στο ατελείωτο έρμα της σύγχρονης Ελλάδος. Ελάτε κοντά μας, τώρα, που οι οχτροί είναι πιο ύπουλοι και γι΄ αυτό πιο επικίνδυνοι. Ελάτε τώρα, που κινδυνεύουμε πιότερα από ποτέ, να χάσουμε στην ειρήνη όσα αποκτήσατε στον πόλεμο. Ελάτε να μας φέρετε τις χαμένες αξίες της φυλής, που καθαγιάσατε με τη θυσία σας. Τώρα χρειαζόμαστε πάλι μια παλιγγενεσία, μια πατριωτική αφύπνιση από τον λήθαργο τον βαθύ που ύπνωσε τους νεοέλληνες», Ελληνικός Βορράς, 29/3/1998, σελ. 5. Από γλωσσικής σκοπιάς –εκείνο το «ωρέ» θυμίζει το περίφημο «ωρέ Γιώργη Παπαδόπουλε»- πέρα από την καταγραμμένη μισαυτία απέναντι στους Έλληνες της εποχής μας, ενδιαφέρον παρουσιάζει το ύφος που αποτελεί ένα μείγμα διαφόρων ιδιολέκτων της νέας ελληνικής. Το ψευδοδημώδες «ωρέ» που προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε δύο κόσμους που ελάχιστα κοινά έχουν πλέον, η «μιζέρια» ως έννοια στιγματισμού κάθε κριτικής απέναντι στην μονομέρεια του life style και κύριο «επιχείρημα» των νεοναδυθέντων στρωμάτων του ηδονιστικού και μεταϋλιστικού καταναλωτισμού στη δεκαετία του ΄90, η έννοια της φυλής με τη ρατσιστική και φασιστική προέλευση, οι «οχτροί» και το «πιότερα» μιας νεοδημώδους ιδιολέκτου και, τέλος, η «πατριωτική αφύπνιση» - η έννοια του πατριωτισμού ως φενάκη ακόμη και του πιο ακραίου εθνικισμού- προδίδουν πέρα από την έλλειψη σταθερού υφολογικού πλαισίου και μια πλήρη ιδεολογικοποίηση ενός υποκειμένου που αρνείται να προσαρμοσθεί στην εποχή του και αντιδρά.
  13. Ελληνικός Βορράς, 22/12/1996, σελ. 4. Εδώ έχουμε πάλι στοιχεία μισαυτίας, τα οποία συνοδεύονται και από τα γνωστά στερεότυπα, για τους ξένους οι οποίοι μαθαίνουν τη γλώσσα μας. Η αλήθεια είναι ότι οι ξένοι δε μαθαίνουν τη γλώσσα μας, αλλά πως κάποιοι ξένοι μαθαίνουν αρχαία ελληνικά. Μάλιστα, η εκμάθησή τους έχει περιοριστεί στα πανεπιστήμια του δυτικού κόσμου. Όπως, είναι επίσης αλήθεια ότι η μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ευδοκιμεί στις χώρες αυτές ενώ είναι πολύ περιορισμένη στη χώρα μας. Τούτο, φυσικά, δεν έχει καμία σχέση με τη συμπλεγματική μεμψιμοιρία και τον μικροαστικό τρόπο που προσεγγίζει το ζήτημα ο επαρχιώτης εθνικιστής δημοσιογράφος. Ο Κ. Γκιουλέκας δίνει και «χαριτωμένα» παραδείγματα αυτής της «κατάντιας» της ελληνικής γλώσσας: «Βλέπετε, “κουλάρουμε” ως Έθνος, γιατί δεν τη «βρίσκουμε» μ΄ όσα συμβαίνουν «τα παίρνουμε στο κρανίο».Οκέι; “Κι άμα λάχει” τραβάμε και καμιά “ουισκιά” να πάνε κάτω τα φαρμάκια. Αφού τα πάντα είναι θέμα “τάιμινγκ”»!!
  14. Η λέξη σολοικισμός προέρχεται από την ονομασία της πόλεως της Κιλικίας, Σόλοι. Σύμφωνα με την παράδοση οι κάτοικοί της μιλούσαν ελληνικά με πολλά συντακτικά λάθη. Στην αρχαιότητα γινόταν διάκριση ανάμεσα στον βαρβαρισμό και στον σολοικισμό ή σολοικία. Ο βαρβαρισμός αφορούσε τη λανθασμένη χρήση μιας λέξης, ενώ ο σολοικισμός αφορούσε στα συντακτικά λάθη. Εμείς χρησιμοποιούμε τις δύο λέξεις στο κείμενό μας και με τη μία και με την άλλη σημασία.
  15. Αναφορικά με το δημογραφικό πρόβλημα και τη μετανάστευση προς τη χώρα μας, εκφράζει τον φόβο μήπως κάποια στιγμή «βρεθούμε μπροστά σε μια πλημμυρίδα ανθρώπων που θα εμφανίζονται σαν Έλληνες, θα είναι όργανα των κύκλων που αναφέραμε και θα προσπαθήσουν να ανατρέψουν τον πληθυσμιακό χάρτη της Ελλάδος». Ελληνικός Βορράς, 15/2/1998, σελ. 5. Διάφορες κακοσυνταγμένες φράσεις προκαλούν σάστισμα στον αναγνώστη: «Με την ευστοχία που τον διακρίνει στον λόγο του και τη σοφία που διάχυτα διαπνέει ο αρχιεπίσκοπος προέβη και [σε] ένα χαρισματικό συμβολισμό χαρίζοντας στον δήμαρχο και το νομάρχη Θεσσαλονίκης έναν ασημένιο δικέφαλο αετό τονίζοντας την σημασία του αετού ως σύμβολο της πίστεώς μας και τους γένους μας», Ελληνικός Βορράς, 3/1/1998, σελ.5. Πολλές φορές οι αιτίες που η γλώσσα περιπλέκεται και γίνεται ασαφής οφείλονται στην προσπάθεια συγκάλυψης ιστορικών συμφραζόμενων που προδίδουν ιδεολογικές εκλεκτικές συγγένειες, όπως συμβαίνει με το καθεστώς της δικτατορίας: «...μια δικτατορία, αυτή της 21ης Απριλίου του 1967. Στα επτά χρόνια της διάρκειάς της οι Έλληνες και πάλι διχάστηκαν και αυτός ο διχασμός δημιούργησε νέες εύθραυστες ισορροπίες και οδήγησε στην αλλαγή του πολιτικού σκηνικού με μια εθνική τραγωδία: την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο», Ελληνικός Βορράς, 3/1/1999, σελ. 5.
  16. Αν αυτό είναι μια επαρκής δικαιολογία για τη γλωσσική ανεπάρκεια του δημοσιογράφου, δε διαθέτουμε μια αντίστοιχη για τη γλωσσική ανεπάρκεια του δικηγόρου. Ή μήπως διαθέτουμε; Ενδεικτικό ιγα τη σχέση της γλώσσας με τη σκέψη του δημοσιογράφου και δικηγόρου Κώστα Γκιουλέκα είναι ένα άρθρο του που ασχολείται με το ζήτημα της δημοκρατίας με τον τίτλο «Εξουσία και συμφέροντα στην Ελλάδα» από όπου παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα και αφήνουμε την κατανόησή του στη διακριτική ευχέρεια του κάθε υπομονετικού αναγνώστη: «Στην αρχαία Ελλάδα, η Δημοκρατία αποτελούσε το θεμέλιο λίθο πάνω στον οποίο στηριζόταν όλη η δομή της κοινωνίας και η λειτουργία της. Πρώτο το αρχαίο ελληνικό πνεύμα ανέδειξε αυτή τη μορφή διακυβέρνησης ως την πιο δίκαιη και ανταποκρινόμενη στο αίσθημα δικαίου και ισότητας. Χωρίς τα παραπάνω να σημαίνουν ότι η Δημοκρατία των αρχαίων ημών προγόνων πληρούσε όλους τους όρους που αυτή απαιτεί τουλάχιστον όμως, ήταν για την κοινωνική περίοδο στην οποία αναφερόμαστε κοινώς αποδεκτή και «ξεκάθαρη» υπό την έννοια ότι τα χαρακτηριστικά της ήταν εμφανή και ευδιάκριτα σε όλους είτε συμφωνούσαν είτε διαφωνούσαν. Με άλλα λόγια τα νήματα που κινούσαν τους θεσμούς ήταν ορατά. Η ιστορική διαδρομή από την μακρινή αρχαιότητα έως σήμερα έχει να επιδείξει πολλές παλινδρομήσεις στην μορφή άσκησης της εξουσίας, της οποίας τα χαρακτηριστικά, όμως εξακολουθούν να μένουν ευδιάκριτα. Την εξουσία ασκεί είτε ο λαός, είτε ο δικτάτορας, είτε μια προεπιλεγμένη ομάδα ατόμων με ειδικά προνόμια. Ανάλογα με το κυρίαρχο όργανο που ασκεί την εξουσία καθορίζεται και η μορφή του πολιτεύματος και προσδιορίζονται τα όρια και οι δομές αυτού. Στην Ελλάδα του 20ου αιώνα, όπου το χρηματιστήριο έχει αναχθεί σε υπέρτατη αξία, όπου η έννοια της δικαιοσύνης βάλλεται πανταχόθεν και τα νήματα που συνυφαίνουν αλλά και κινούν τον κοινωνικό μας ιστό είναι καλά καμουφλαρισμένα κάτω από εύηχους και μοντέρνους οικονομικούς ορισμούς που ξεγελάνε το αυτί χωρίς να το ενοχλούνε, η δημοκρατία που ενέπνευσε τους αρχαίους Έλληνες μοιάζει με θολό τοπίο. Ένα θολό τοπίο που μπορεί να αποπροσανατολίσει και τον πιο καλόπιστο παρατηρητή». Ελληνικός Βορράς, 7/11/1999, σ. 5. Επαναλάβατε την προσπάθεια άλλη μια φορά και Καλή Τύχη! Τρίτη φορά μην το επιχειρήσετε, δεν βγάζει πουθενά! Πραγματικά θολό τοπίο, ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του αναλόγως με τα ελληνικά που κατέχει. Εμείς, θα προτείναμε τους αναγνώστες να μην πολυβασανιστούν γιατί δεν υπάρχει λόγος, κανένας απολύτως λόγος. Η απόλυτη… αερολογία.
  17. Ελληνικός Βορράς, 8/2/1998, σελ. 5.
  18. Ελληνικός Βορράς, 17/6/1998, σελ. 5. Μερικές φορές ο Κ. Γκιουλέκας ξεπερνάει τον ίδιο τον εαυτό του: «Δεν φταίει η νέα γενιά για την ιστορική άγνοια της Ιστορίας μας», Ελληνικός Βορράς, 2/11/1997, σελ. 5.
  19. Ελληνικός Βορράς, 8/3/1998, σελ. 5. Δεν είναι μόνο τα ζητήματα πολιτικο-κομματικής φύσεως που δυσκολεύουν τον δημοσιογράφο στις διατυπώσεις του, αλλά και η οικονομική και πολιτική θεματολογία του δημιουργεί προβλήματα και δεν είναι λίγες οι φορές που ο λόγος του σε παρόμοια ζητήματα είναι κακοδιατυπωμένος και πολύ συχνά ασαφής: «Οι λεγόμενοι «όμιλοι επιχειρήσεων» είναι ένα συχνό κάλυμμα υπό τη σκέπη του οποίου, πέρα από την παραγωγή των υγιών οικονομικών συμφερόντων μπορούν να κρύβουν και άλλα παράνομα συμφέροντα». Ελληνικός Βορράς, 7/11/1999, σελ. 5. Παρόμοια είναι και η έκφραση: «…σε μια περίοδο που το νεοδημοκρατικό στρατόπεδο βρίσκεται σε πανστρατιά…», Ελληνικός Βορράς, 16/1/2000, σελ. 5.
  20. Ελληνικός Βορράς, 29/11/1998, σελ. 4. Βλ. επίσης: «Κι αν είσαι και Γκιουλέκας, προσοχή στους νύκτορες!» για την επίθεση στον σταθμό Άλτερ, ο υφυπουργός Εσωτερικών κ. Γκιουλέκας δήλωσε: “Όσοι προσπαθούν ν πλήξουν νύκτορες και πισώπλατα το φρόνημα της δημοσιογραφίας, θα βρουν μόνο την καταδίκη στην συνείδηση όλων”. Τι είναι οι νύκτορες; Μικρά νυκτόβια τρωκτικά; Φαντάσματα του μεσονυκτίου; Απαίσιοι τρομοκράτες; Τίποτε από τα παραπάνω. Ο υπουργός ( ο οποίος αν δεν κάνω λάθος ήταν δημοσιογράφος και δικηγόρος πριν μπει στην πολιτική), αιφνιδιασμένος από το έκτακτο περιστατικό, έλειπε κι ο κειμενογράφος, πήγε να φορέσει τα μεταξωτά τρισχιλιετή παντελόνια του, αλλά μπερδεύτηκε, έβαλε το πόδι στο λάθος μπατζάκι και σωριάστηκε φαρδύς-πλατύς. Νύκτωρ ήθελε να πει, αλλά έκρινε σκόπιμο να το κλίνει. Το “νύκτωρ” όμως είναι επίρρημα και θα πει “τη νύχτα”. Δεν κλίνεται. Σύμφωνα μάλιστα με τον γραμματικό της ελληνιστικής εποχής, τον Ηρωδιανό (ή τον ψευδοΗρωδιανό, ίσως) είναι το μοναδικό επίρρημα που καταλήγει σε –ωρ, μια κατάληξη που συνήθως την έχουν ονόματα κλιτά. Είναι ζόρικο επίρρημα το νύκτωρ, συμφωνώ, αλλά ή το λέμε σωστά ή δεν το λέμε καθόλου. Αν δεν θέλουμε να πουλήσουμε μούρη, το λέμε πιο απλά “μέσα στη νύχτα” ή “στο σκοτάδι”  ή κάτι ανάλογο κι έχουμε και το κεφάλι μας ήσυχο από τους απαίσιους νύκτορες». Δημοσιεύθηκε από sarant στο sarantakos.wordpress.com, 17 Φεβρουαρίου 2009.
  21. Ελληνικός Βορράς, 24/5/1998, σελ. 5. Επίσης σε ένα σχόλιο που αφορούσε τα ναρκωτικά διαβάζουμε: «Αλλά και στους επίδοξους αφελείς και ανώριμους νεαρούς, να βαδίσουν πιο γρήγορα, πιο σίγουρα, πιο ασφαλώς [sic] προ το θάνατο…». Ελληνικός Βορράς, 19/12/1999, σ. 5. Εξίσου «άκομψη» είναι και η έκφραση: «Κριτές και κρινόμενοι συμπίπτουν στα ίδια πρόσωπα», Ελληνικός Βορράς, 19/7/1998, σελ. 5.
  22. Ελληνικός Βορράς, 30/5/1999, σελ. 5.
  23. Ελληνικός Βορράς, 8/3/1998, σελ. 5. Οι σολοικισμοί δίνουν και παίρνουν. Για τον Θερμαϊκό κόλπο διαβάζουμε ότι «παραμένει μολυσμένος, γιατί έχει παγώσει [sic] ο βιολογικός καθαρισμός του», Ελληνικός Βορράς, 26/1/1997, σελ. 5. Εννοεί προφανώς ότι δεν προχωρούν οι εργασίες, λόγω ελλιπούς χρηματοδότησης, και όχι ότι «πάγωσε» λόγω ψύχους!
  24. Για τη μνήμη υπάρχει άφθονο υλικό στη διεθνή βιβλιογραφία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...