Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

«Επεξεργαζόμαστε μια νέα θεωρία για ένα νέο κόμμα»


Συνέντευξη του Ρούντι Ρινάλντι στο 13ο Ενημερωτικό Δελτίο του Ινστιτούτου 'Νίκος Πουλαντζάς'
Στην πορεία για το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ στο οποίο θα μετεξελιχθεί σε ενιαίο πολυτασικό κόμμα, κεντρικό ρόλο παίζει η συζήτηση για τις οργανωτικές μορφές που θα υιοθετήσει καθώς και τις αρχές λειτουργίας του. Στόχος φυσικά είναι η μέγιστη αποτελεσματικότητα και αξιοποίηση των δυνάμεων του νέου φορέα, και παράλληλα η διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας με ευρύτερα ακροατήρια,



 ώστε να επιτυγχάνεται συνεχής ώσμωση με τις κοινωνικές και κινηματικές διεργασίες. Μάλιστα, έχει ήδη συγκροτηθεί ευρεία επιτροπή καταστατικού (απαρτίζεται από 60 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, αλλά είναι ανοιχτή και σε άλλα μέλη του κόμματος) η οποία έχει αναλάβει να συνθέσει τις μέχρι σήμερα εμπειρίες στην Ελλάδα με αυτές άλλων χωρών (π.χ. Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία, Λατινική Αμερική, Σκανδιναβία), αλλά και να απαντήσει με καινοτόμο τρόπο στις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα μας. Στόχος είναι μέχρι το Μάιο να παρουσιαστεί ένα πρώτο επεξεργασμένο σχέδιο. Με αυτή την αφορμή, συζητήσαμε με τον Ρούντι Ρινάλντι, συντονιστή της επιτροπής καταστατικού, για τις προτεραιότητες και τους στόχους της όλης προσπάθειας. Την συνέντευξη πήραν οι Δώρα Κοτσακά-Καλαϊτζιδάκη, Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος και Παναγιώτης Πάντος. 


Η επιτροπή καταστατικού έχει αναλάβει ένα μεγάλο έργο, με βαθιές πολιτικές προεκτάσεις. Από τη μια μεριά η κατάρρευση του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος, και από την άλλη οι μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις που οδήγησαν στη μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε εκφραστή της ελπίδας του λαού, δημιουργούν νέα δεδομένα. Ποιες είναι οι κύριες ανάγκες στις οποίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται η λειτουργία του κόμματος και πώς αυτές θα προσεγγιστούν κατά την πορεία των εργασιών σας; 

Βασικό μέλημά μας είναι να μη γίνει μια διεκπεραιωτική, αλλά μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από το περιεχόμενο και το ρόλο ενός ενιαίου πολυτασικού κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς, και το πώς αυτό μπορεί να αποτυπωθεί σε ένα καταστατικό. Πρέπει επίσης να έχουμε κατά νου ότι διαφορετικό χαρακτήρα έχει ένα κόμμα του 4-5% και διαφορετικό ένα αντίστοιχο κόμμα που βρίσκεται όμως κοντά στο κατώφλι της κυβέρνησης. Έτσι, παρότι οι μέχρι σήμερα εμπειρίες μας είναι πολύτιμες. Τη σκέψη μας πρέπει να καθοδηγεί το τι είδους κόμμα θέλουμε να δημιουργήσουμε. 

Παράλληλα ας έχουμε κατά νου ότι ένα καταστατικό δεν μπορεί να λύσει με απόλυτο τρόπο εγγενή προβλήματα που υπάρχουν στο κόμμα, και τα οποία έχουν να κάνουν με την ιδιοσυστασία του, όπως για παράδειγμα το πού, πώς και με ποιον τρόπο παράγεται η πολιτική γραμμή, με ποιον τρόπο αυτή εκφωνείται κ.λπ. Μπορεί όμως να διευθετήσει ορισμένα ζητήματα και ενδεχομένως να τα θέσει σε τροχιά ωρίμανσης ή και λύσης. Έτσι, το καταστατικό πρέπει να περιγράφει τον «υπαρκτό» ΣΥΡΙΖΑ, αλλά επίσης να κάνει σαφή και τη δυναμική του (π.χ. μέσα από το προοίμιο και τις μεταβατικές διατάξεις) δείχνοντας με σαφήνεια τον ανοιχτό χαρακτήρα του όλου εγχειρήματος. Το ίδιο το καταστατικό –και αυτό ίσως αποδειχτεί η μεγαλύτερη πρόκληση για την επιτροπή– καλείται να αφήνει περιθώρια για πολιτική ζύμωση σε σχέση με τα ζητήματα που θα ανακύψουν στο μέλλον. 

Βασικό στοιχείο που έχει αναδειχθεί μέσα από την ιστορία της Αριστεράς αλλά και από την πρόσφατη αναβίωση του αιτήματος για άμεση δημοκρατία, είναι η δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής των μελών στη ζωή του κόμματος και στη λήψη των αποφάσεων. Σε ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως ενιαίο πια κόμμα;  

Υπάρχει σήμερα ένα τεράστιο αίτημα να φτιαχτεί ένα κόμμα των μελών του. Τι σημαίνει, όμως αυτό και πώς μπορεί να γίνει πράξη σε μια εποχή που η κεντρική πολιτική επικαιρότητα κινείται με τεράστια ταχύτητα, ενώ η κομματική ζωή είναι αναγκαστικά πολύ πιο αργή, με αποτέλεσμα η πληροφορία για όλα όσα συμβαίνουν στην κεντρική πολιτική σκηνή να φτάνει στα μέλη αργά και εκ των υστέρων;

Καλούμαστε λοιπόν να ξεφύγουμε από την πεπατημένη των καταστατικών που υποτίθεται ότι δίνουν ορισμένα δικαιώματα στα μέλη, ενώ στην ουσία εστιάζουν στο να λύσουν τα ζητήματα των επιτελικών ομάδων μεταξύ τους. Ωστόσο, το ζήτημα της συμμετοχής του μέλους δεν λύνεται μόνο καταστατικά, αλλά κυρίως πολιτικά. Για να κατοχυρωθεί πραγματικά ο ρόλος της βάσης στη διαδικασία λήψης αποφάσεων πιστεύω ότι πρέπει να παρέμβουμε στο θέμα του πολιτικού χρόνου και των σημερινών ρυθμών. Αν αποδεχτούμε την πολιτική ατζέντα που θέτουν οι  αντίπαλοι, δεν θα προλαβαίνουμε τίποτα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μόνο ορισμένες επιτελικές ομάδες, οι οποίες θα παίρνουν γρήγορες αποφάσεις, ενώ η βάση θα αρκείται σε μια κινητοποίηση ή απλώς θα ψηφίζει. Αν όμως θέτουμε οι ίδιοι την ατζέντα, τα πράγματα αλλάζουν. Αν, για παράδειγμα, αποφασίσουμε να δουλέψουμε όλοι μαζί το ζήτημα της ανθρωπιστικής κρίσης που βιώνει η Ελλάδα, και σε αυτό το ρυθμό μπουν οι οργανώσεις του κόμματος, συλλέγοντας υλικό και παίρνοντας πολιτικές πρωτοβουλίες, τότε τα μέλη θα δημιουργούν γεγονότα και θα αποφασίζουν για την παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ. 

Με τον κόσμο με τον οποίο συναντιέται ο ΣΥΡΙΖΑ στα κινήματα, αλλά για διάφορους λόγους δεν επιθυμεί την κομματική ένταξη, τι γίνεται;. Συχνά, όταν το αποφασίζει αισθάνεται ότι έχει περιορισμένες δυνατότητες να διαμορφώσει την ατζέντα. Προβληματίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ ως προς αυτά; Θα είναι κομμάτι των αναζητήσεων της επιτροπής καταστατικού εναλλακτικοί τρόποι οργάνωσης του κόμματος;

Πράγματι, υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων που ενώ μας ψηφίζουν και ενώ είναι κοινωνικά ενεργοί, βλέπουν γενικά τα κόμματα με καχυποψία. Παρ’ όλα αυτά παρακολουθούν τις επεξεργασίες μας και συχνά συμμετέχουν ακόμη και στις συνελεύσεις μας. Επειδή στις σημερινές συνθήκες –αλλά και πάντα, εδώ που τα λέμε– δεν περισσεύει κανείς, πρέπει να βρούμε τρόπους να μονιμοποιήσουμε αυτή τη σχέση συνεργασίας και αλληλεπίδρασης. Το αν αυτό σημαίνει ότι εκτός από μέλη πρέπει να υπάρχουν και «φίλοι» του κόμματος ή κάτι άλλο, είναι σίγουρα ένα από τα θέματα στα οποία θα κληθεί η επιτροπή να απαντήσει.

Οπωσδήποτε, ξεκινάμε από μια αντιμνημονιακή βάση με σοσιαλιστική προοπτική, κάτι που προφανώς έχει ένα εύρος. Αυτό όμως αποτελεί και δύναμη. Από εκεί και πέρα καλούμαστε να δούμε τα ιδιαίτερα στρώματα. Έτσι, δίπλα στα παραδοσιακά εργατικά στρώματα υπάρχει ένα νέο προλεταριάτο. Παράλληλα, δεν υπάρχει ούτε μία εξέγερση παγκόσμια στην οποία να μην έπαιξε ρόλο ο άνεργος φοιτητής, ακόμη και πρόσφατα στις αραβικές χώρος. Σήμερα στην Ελλάδα αυτοί είναι πολλοί οι άνεργοι, με πτυχίο, υψηλή εκπαίδευση και χρόνο στη διάθεσή τους. Αν αυτοί θέλουν να αγωνιστούν αλλά ταυτόχρονα αμφισβητούν τα κόμματα ή αναζητούν νέες οργανωτικές διαρθρώσεις, θα τους κλείσουμε την πόρτα;     

Ένα άλλο ανοιχτό ζήτημα για τα αριστερά κόμματα είναι κατά πόσο τα παραδοσιακά οργανωτικά μοντέλα ανταποκρίνονται στις σύγχρονες οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις. 

Τα τελευταία 30 χρόνια υπάρχει μια έλλειψη θεωρίας σε αυτό το ζήτημα. Έχουμε πολύ υλικό από διάφορες εμπειρίες, πολλά ερωτήματα, αλλά όχι μια συστηματική και αναλυτικά επεξεργασμένη απάντηση. Το ζήτημα όμως είναι κομβικό. Οι αλλαγές που έχουν γίνει στο εσωτερικό της εργατικής τάξης είναι τεράστιες, και άρα πρέπει να ξαναδούμε πώς ένα κόμμα της αριστεράς μπορεί να την εκφράσει, αλλά ακόμη και αν πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πιο ευρύ. Πρέπει να ξεπεράσουμε τα στερεότυπά μας, που λένε ότι το μόνο δυνατό κόμμα στο χώρο της Αριστεράς είναι το κόμμα νέου τύπου, και να αναζητήσουμε μια νέα θεωρία για ένα νέο κόμμα που θα μπορεί να περιγράψει, να οργανώσει και εκφράσει τις πραγματικές ανάγκες που ανακύπτουν σε μια πορεία κοινωνικού μετασχηματισμού, οι οποίες δεν είναι τόσο ξεκάθαρες όσο ήταν στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα.

Παραδοσιακά η αριστερά σκεφτόταν ότι πρώτα καταλαμβάνουμε την πολιτική εξουσία και μετά αρχίζουν οι μεταβατικές διαδικασίες. Αυτό το σχήμα όμως δεν ξέρω αν ισχύει πλέον.  Παρόλο που η πολιτική εξουσία παραμένει κεντρικό ζήτημα, οι διαδικασίες μετάβασης μπορεί να ξεκινάνε πριν από την κατάληψη της εξουσίας. Έτσι και το κόμμα που θα παίξει κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία πας να φτιάξεις πρέπει να είναι προετοιμασμένο για κάτι τέτοιο και να γειώνεται ηγεμονικά στην κοινωνία, αντί να επιδιώκει να εκφράσει και να οργανώσει μια πρωτοπορία της εργατικής τάξης.

Ένα ερώτημα που προκύπτει, για παράδειγμα, είναι ποιες πρέπει να είναι οι βασικές μονάδες οργάνωσης ενός νέου κόμματος. Παλιότερα τα κόμματα οργανώνονταν στη βάση του επαγγέλματος και στους χώρους δουλειάς. Τώρα που η άρνηση της ζωντανής εργασίας διευρύνεται πολύ, ίσως πρέπει να αναζητήσουμε παράλληλα μοντέλα οργάνωσης, και δεν εννοώ μόνο με βάση τον τόπο διαμονής. Όλα αυτά όμως πρέπει να συντεθούν σε μια ενιαία, συνεκτική πρόταση. Την ίδια ώρα, δεν πιστεύω ότι πρέπει στη λογική του «πλήθους», όπως το θέτει ο Νέγκρι, γιατί το στοιχείο της εργασίας διατηρεί ακόμη μια κεντρικότητα, παρά τις άυλες και αποσπασματικές μορφές που αυτή παίρνει. Έτσι, η ανάγκη είναι να ενωθεί αυτό το νέο προλεταριάτο και όχι το πλήθος, κάτι σίγουρα περισσότερο επίπονο και απαιτητικό.

Μέσα σε όλη αυτή τη συζήτηση το υβριδικό εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς κατορθώσαμε το τελευταίο διάστημα να συνομιλήσουμε με υποτελή στρώματα και έτσι μπορούμε να αναρωτιόμαστε με πιο τρόπο δώσουμε μόνιμα χαρακτηριστικά σε αυτή τη σχέση. 

Η προσέγγιση όλων των παραπάνω ερωτημάτων θέτει αναπόφευκτα και κάποια ζητήματα μεθοδολογίας. Πώς πρόκειται να κινηθεί η επιτροπή καταστατικού ; 

Δεν ξεκινάμε από το μηδέν, αυτό είναι βέβαιο. Αν εξαιρεθούν απολύτως διαδικτυακά κόμματα, όπως οι Πειρατές, λίγο πολύ όλα τα υπόλοιπα έχουν μια βασική λογική διάρθρωση: μέλη, οργανώσεις βάσης, ανώτερα όργανα, σχέσεις με κράτος, τοπική αυτοδιοίκηση, κυβέρνηση κ.λπ. Όταν μπεις όμως στην ουσία της συζήτησης, θα πρέπει όντως να αποφασίσεις πού θα δώσεις το βάρος. Θεωρώ ότι η έμφαση δεν πρέπει να δοθεί στους κανόνες για το πώς οι τάσεις θα συνυπάρχουν και θα λειτουργούν μέσα στο κόμμα, αλλά περισσότερο στο τι γίνεται με τον κόσμο του κόμματος, με ποιον τρόπο εκφράζεται, με ποιον τρόπο ακούγεται η φωνή του. Πρέπει επίσης να λειτουργήσουμε ανοιχτά όλο αυτό το διάστημα, να είναι όλη η συζήτηση της επιτροπής διαθέσιμη στα μέλη, ακόμη και να εγκαινιάσουμε τρόπους επικοινωνίας με όσους επιθυμούν να συμβάλουν στην προσπάθειά μας, π.χ. μέσα από το διαδίκτυο. Το αίτημα των μελών για συμμετοχή δεν είναι μόνο δίκαιο, αλλά επίσης μπορεί να δώσει νέες, πολύτιμες ιδέες και πληροφορίες.

Από τη σύγχρονη πολιτική θεωρία γνωρίζουμε ότι η συμμετοχή στην κρατική εξουσία γίνεται όχι μόνο από θέσεις κυβερνητικές αλλά και από αντιπολιτευτικές. Πώς λοιπόν το κόμμα, τα στελέχη του, οι επιστημονικοί συνεργάτες, η αυτοδιοίκηση, τα γραφεία των βουλευτών και του προέδρου κ.λπ., όχι μόνο τα θεσμικά όργανα δηλαδή, εμπλέκονται σε αυτή τη διαδικασία διακυβέρνησης, κυριαρχείται σήμερα από πελατειακές σχέσεις και  διαπλοκή; Χρειάζεται ένας κώδικας αρχών στη βάση του οποίου ο ΣΥΡΙΖΑ συνδιαλέγεται, παρεμβαίνει και συμμετέχει στο κράτος; 

Αυτό είναι ένα κεντρικό ζήτημα για τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα και ένα από τα καινούρια θέματα που μας έχει βάλει η ζωή. Αν επρόκειτο δηλαδή απλώς να αντιγράψουμε ένα παλιό καταστατικό και να κάνουμε μία μόνο προσθήκη, θα έπρεπε να είναι πάνω σ’ αυτό. Όπως λοιπόν η αστική τάξη προχώρησε σε μια διάκριση εξουσιών για να φυλάγεται κατά κάποιον τρόπο, έτσι πρέπει κι εμείς να κάνουμε μια διάκριση επιπέδων και να δούμε ότι άλλο είναι το κίνημα, άλλο το κόμμα, άλλο η εξουσία κι άλλο η κυβέρνηση.

Για να προστατευτεί ο ΣΥΡΙΖΑ από τον κρατισμό και τον κυβερνητισμό πρέπει να βρούμε κάποιους κανόνες. Γιατί το πιο εύκολο –και το έχουμε δει να συμβαίνει συχνά στην ιστορία– είναι το κόμμα να μην παίζει κανένα ρόλο στα πράγματα, να εστιαστεί όλη η προσπάθεια στα της διακυβέρνησης και το κόμμα να υπάρχει μόνο για μια τυπική επικύρωση αποφάσεων. Αυτός ο κίνδυνος πρέπει να αποφευχθεί, κάτι που απαιτεί αυτό το ιδιαίτερο κόμμα που είναι ο ΣΥΡΙΖΑ –ένα κίνημα υπό διαρκή μετάβαση και μετασχηματισμό– να βρίσκεται πολύ ψηλά στην ηθική και στην αντίληψη του μέλους. Το μέλος να πιστεύει βαθιά ότι δεν μπορεί να γίνονται πράγματα ερήμην του.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε τις πρακτικές αποφάσεις, ώστε η όποια κρατική, κυβερνητική δουλειά να μην απορροφήσει το σύνολο των στελεχών. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, ένα μεγάλο κομμάτι να μείνει εκτός αυτής της προσπάθειας, αλλά παράλληλα θα πρέπει να του δώσουμε κύρος, ρόλο και δύναμη, ώστε να έχει νόημα να κρατάει μια δομή, η οποία με τη σειρά της θα στηρίζει όλα όσα γίνονται σε κυβερνητικό επίπεδο. Ιδίως για το ζήτημα της διαφθοράς και των πελατειακών σχέσεων το κόμμα πρέπει να είναι ο πιο αυστηρός κριτής, ένας ελεγκτικός μηχανισμός όλης της υπόλοιπης διαδικασίας.

Ας κλείσουμε με ένα ειδικό θέμα. Πρέπει στο καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ να προβλέπονται ποσοστώσεις για την εκπροσώπηση κάποιων κατηγοριών μελών στα όργανα;

Συνήθως όταν μιλάμε για ποσοστώσεις σκεφτόμαστε την ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών. Πιστεύω όμως ότι πέρα από αυτό πρέπει να προβληματιστούμε και για κάποιες άλλες κατηγορίες. Για παράδειγμα πρέπει να βρούμε τρόπους να αναδειχθούν άνθρωποι μεταξύ των καινούριων μελών του κόμματος, αυτών που μας προσέγγισαν το τελευταίο διάστημα, όπως επίσης να υπάρχει μια ισορροπημένη εκπροσώπηση όλων των γενεών στα όργανα, έτσι ώστε νεότεροι άνθρωποι να βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης και να ζυμώνονται με τους παλιούς, χωρίς να αποκλείονται από τις κομματικές επετηρίδες. Υπάρχουν τέλος όσοι δεν θέλουν να είναι μέλη τάσεων, που επίσης δεν πρέπει να χαθούν, οπότε πρέπει να αναζητήσουμε τρόπους να διασφαλίζεται και η δική τους εκπροσώπηση στα όργανα.

Ο Ρούντι Ρινάλτι είναι μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ και συντονιστής της Επιτροπής Καταστατικού. 

Πηγή: 13ο Ενημερωτικό Δελτίο του Ινστιτούτου 'Νίκος Πουλαντζάς' 
- See more at: http://left.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...