Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Πιέσεις για δημόσιες κοινωνικές επενδύσεις

Τη στιγμή που το κράτος -ακόμα και το φιλελεύθερο- δέχεται την επίθεση του νεοφιλελευθερισμού, μόνη γραμμή άμυνας μένει η επίθεση και η διεκδίκηση ενίσχυσής του. Οι μεσοαστοί είναι αναγκαίο να αντιληφθούν ότι το κράτος δεν είναι κάτι απόμακρο, αλλά ένας φορέας διοίκησης και διαχείρισης που μπορεί να λειτουργήσει ως το αποκούμπι τους. Οι ιδιώτες (civilians) της κοινωνίας χρειάζονται το κράτος (και τη γραφειοκρατία) να τους υπερασπίζεται




έναντι των προερχόμενων από αυτούς χωρισμούς, να τους προστατεύει όταν είναι μόνοι και αβοήθητοι και να επιβάλει γενικά κριτήρια φροντίδας και ασφάλειας. Άλλωστε, οι κρατικοί γραφειοκράτες δρώντας στο όνομα της αποτελεσματικότητας ή της γενικότητας, επιδιώκουν να θεραπεύσουν τις ανισότητες[1].
Η κοινωνικοποίηση, λοιπόν, είναι το αναγκαίο αντίστοιχο της εθνικοποίησης. Το πρόβλημα είναι να μένουν και τα δύο σε ισορροπία: κεντρικός σχεδιασμός και έλεγχος από τους πολίτες, κρατική ρύθμιση και επιχειρηματική πρωτοβουλία. Και δεν αναφερόμαστε μόνο σε υπηρεσίες προς πολίτες, αλλά κυρίως προς την κατεύθυνση των επενδύσεων. Ο ακολουθούμενος νεοφιλελευθερισμός διέλυσε την ελληνική οικονομία που εν πολλοίς στηρίζονταν είτε σε ένα αντιοικονομικό -λόγω της υπερτροφικής του γραφειοκρατικής δομής και πολυνομίας- κράτος είτε στην ευαίσθητη και κλυδωνιζόμενη μεσοαστική και αυτοαπασχολούμενη επιχειρηματικότητα.
Στη μεταπολεμική περίοδο για λόγους πολιτικών ισορροπιών και ώθησης της ανάπτυξης, το κράτος πρόνοιας αποτελούν την εμπροσθοφυλακή της κοινωνικής αλλαγής. Αξίζει να του δοθεί μία πρωταρχική και πάλι θέση, δηλαδή να αντικατασταθεί η έννοια της αρνητικής πρόνοιας με την έννοια της θετικής. Βέβαια, όλοι μιλούν για ανάπτυξη. Κατέληξε τελικά η λέξη να είναι τόσο εύπλαστη και τόσο πετυχημένη στη λαϊκίστικη χρήση της ώστε για κάθε πολίτη να σημαίνει εντελώς διαφορετικά πράγματα. Για τις ελίτ είναι οι μεγάλες επενδύσεις εθνικών και αλλοδαπών επιχειρήσεων, για τον μεσοαστό χρήματα στην τσέπη του για να καταναλώνει, για τον άνεργο εργασία. Έτσι, είναι αναγκαίο κάθε φορά που μιλάμε για ανάπτυξη να θέτουμε μπροστά της κι έναν επιθετικό προσδιορισμό.
Η Πράσινη και η Κοινωνική Ανάπτυξη είναι δύο τομείς οι οποίοι θα μπορούσαν να ενισχύσουν την οικονομία. Η Πράσινη Ανάπτυξη θα μπορούσε να στραφεί όχι μόνο στις φαραωνικές επενδύσεις που μόνο προσφέρουν οικονομική δραστηριότητα στο μεγαλοαστικό κατασκευαστικό σχήμα, αλλά και σε μικρότερες (οικιακές) επενδύσεις σε ενέργεια, διαχείριση απορριμμάτων (ανάπτυξη της ανακύκλωσης, την επαναχρησιμοποίηση αντί των φαραωνικών διαστάσεων ΧΥΤΑ και εργοστάσιων καύσης (που είναι οι χειρότερες λύσεις), τις μεταφορές και τις βιοκλιματικές κατασκευές[2].
Από την άλλη, η Κοινωνική Ανάπτυξη μπορεί να αποδώσει μέσα από επενδύσεις στην πρόνοια, την κοινωνική συνοχή, την ανάπτυξη δηλαδή υποδομών και υπηρεσιών (θέσεις εργασίας) ώστε να ενισχυθεί ο κοινωνικός ιστός και η συνοχή. Είναι μια ολοκληρωμένη παρέμβαση οικονομική με κοινωνικό πρόσημο. Σαφώς και μόνη της δεν αποτελεί τη λύση στη σημερινή κρίση, αλλά είναι ένας δρόμος διαφορετικός από τη μονοδρόμηση που επιβάλλουν, ένας δρόμος μακριά από νεοφιλελεύθερες και ξενοφοβικές επιταγές. 
Οι επενδύσεις στην παιδεία και την υγεία με τον πολιτισμό, όσο και να μη λειτουργούν με τα φιλελεύθερα χαρακτηριστικά μέτρησης και ποσοτικοποίησης των αποτελεσμάτων τους, ωστόσο, αποτελούν τον κύριο άξονα στον οποίο μπορούν να στηριχτούν οι μεσοαστοί. Έχει άλλωστε αναφανεί ότι η επένδυση στην παιδεία μεσοπρόθεσμα μπορεί να λειτουργήσει αναπτυξιακά, όπως ακριβώς και η υγεία αφού συντηρεί την ασφάλεια. Έχει διαπιστωθεί εμπειρικά, διεθνώς και στην Ελλάδα, ότι οι επενδύσεις στην εκπαίδευση παρουσιάζουν σημαντική αποδοτικότητα τόσο από ιδιωτική όσο και από κοινωνική πλευρά[3].
Έχει θεωρητικά υποστηριχθεί και εμπειρικά αποδειχθεί τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες ότι το λεγόμενο ανθρώπινο κεφάλαιο αποτελεί βασικό συντελεστή παραγωγής και ως εκ τούτου κρίσιμο παράγοντα της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτισμικής και πολιτικής ανάπτυξης[4]. Η δημιουργία και η συσσώρευση του ανθρώπινου κεφαλαίου, με την ενσωμάτωση γνώσεων και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, πραγματοποιείται κυρίως, αλλά όχι μόνο, στο πλαίσιο του τυπικού συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης. Εξάλλου, η εκπαίδευση ως επένδυση συμβάλει στην ορθολογικοποίηση των κοινωνικών επιλογών.
Από την άλλη, οι επενδύσεις στην υγεία πρέπει να θεωρούνται ως επένδυση στην οικονομία και την κοινωνία. Και βέβαια, μιλώντας για υγεία δεν αναφερόμαστε μόνο στην τριτοβάθμια περίθαλψη, αλλά πρωτίστως στην πρωτοβάθμια υγειονομική στήριξη και την πρόληψη, ως μέσα κοινωνικής φροντίδας και αποτροπής δυσάρεστων υγειονομικών εξελίξεων σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο.
Το αίτημα για ενίσχυση των πολιτικών υγείας είναι η επιθετική αντιπρόταση στα κελεύσματα του νεοφιλελευθερισμού που διαλύει όλες τις προληπτικές υγειονομικές μονάδες ως μη αναγκαίες ή ως δημόσιες σπατάλες. Ωστόσο, η βελτίωση της υγείας υποστηρίζει την οικονομική και κοινωνική συνοχή και ωφελεί την οικονομία, ενώ συγχρόνως βελτιώνει και την ποιότητα ζωής. Η μέριμνα για την υγεία πρέπει να ενσωματωθεί σε όλες τις πολιτικές, και ιδίως σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής πολιτικής. Άλλωστε, από έρευνα[5] έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει σχέση μεταξύ αφενός της μεταβολής του ΑΕΠ και συγκεκριμένα, των δαπανών κοινωνικής πρόνοιας και των δαπανών για την υγεία, και αφετέρου της υγείας των Ευρωπαίων πολιτών. Η δε θετική συμβολή της υγείας στην οικονομική ανάπτυξη έχει διαπιστωθεί και σε μελέτες που χρηματοδότησε η Επιτροπή το 2005 και το κόστος που συνεπάγονται τα προβλήματα υγείας, όπως οι δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης ή η απώλεια παραγωγικότητας, μπορεί να αποτραπεί με την πραγματοποίηση επενδύσεων για την πρόληψη των προβλημάτων υγείας.
Και στο ίδιο πνεύμα και ο πολιτισμός. Αν και τούτος είναι δύσκολο με αμιγώς όρους να αποτιμηθεί, αποτελεί μακρόπνοη επένδυση στην προσωπικότητα και την ψυχική υγεία του πολίτη. Παράλληλα όμως, ο πολιτισμός συνδέεται άρρηκτα με τον ανθρωπισμό και τη δημιουργική διάθεση. Σήμερα πια ο δρόμος της δημιουργίας και της ανθρωπιάς είναι μονόδρομος, στάση ζωής. Είναι αναγκαίο να επενδυθούν σε αυτό το δρόμο, στον πολιτισμό, επενδύουμε, την κοινωνία και τις σχέσεις αλληλεγγύης. Προϋπόθεση αποτελεί το κράτος να αποκτήσει την καθαρή σκέψη και τη θέληση ώστε να προβεί σε τέτοιες ενέργειες που θα εξυψώσουν και θα στηρίζουν τον πολιτισμό όταν οι πολίτες τον θεωρούν κάτι μακρινό και απλησίαστο. Ο πολιτισμός δημιουργείται από το ανθρώπινο γένος στο σύνολό του και απευθύνεται στο σύνολό του επίσης.
Και οι δύο αυτές πολιτικές επενδύσεων προϋποθέτουν βασική συμβολή του κράτους με ποικίλους τρόπους χωρίς να αποκλείει την ιδιωτική πρωτοβουλία. Βέβαια, έρχονται σε πλήρη σύγκρουση με την νεοφιλελεύθερη οπτική διάλυσης της δημόσιας οικονομίας και παράδοσής της αποκλειστικά σε ιδιώτες. Οι πράσινες κι οι κοινωνικές επενδύσεις έχουν άμεση ανάγκη από την ιδιωτική επιχειρηματικότητα και κυρίως τη μικρή και τη μεσαία. Έτσι, αντί να διαλυθεί εντελώς η μεσοαστική επιχειρηματικότητα, ενισχύεται και στρέφεται σε νέες κατευθύνσεις δημιουργώντας όχι μόνο ένα πλέγμα προστασίας για τους πολίτες, θέσεων εργασίας, αλλά θέτει σε νέες βάσεις και την ελληνική οικονομία.
Είναι αναγκαία, λοιπόν, και η αναδιάρθρωση του κράτους. Οι μεταρρυθμίσεις είναι υποχρεωτικές προκειμένου να περιοριστεί η γραφειοκρατία. Ωστόσο, ως μεταρρυθμίσεις δε μπορούμε να δεχτούμε ούτε τις αξιολογήσεις των αγορών κατά της ανάγκες της Νέας Οικονομίας που ήδη απέδειξαν τις κανιβαλιστικές τάσεις, ούτε όμως και τη διάλυση του. και φυσικά η πρόταση για Κοινωνική Ανάπτυξη έρχεται σε πλήρη ρήξη με τις απαιτήσεις της Νέας Οικονομίας για αύξηση των φοροελαφρύνσεων.
Όπως σημειώνει και ο Robert Castel για να είναι κανείς ολοκληρωμένο άτομο, με τη θετική έννοια της λέξης, δηλαδή ικανός να ζει με έστω και λίγη αυτονομία, πρέπει να βασίζεται σε πόρους και σε στήριξη. Και η κοινωνική ανάπτυξη συνδέεται άμεσα με την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτή η τελευταία έχει αποδειχθεί ότι όχι μόνο είναι συμβατή με την επιχειρηματικότητα και την ανταγωνιστικότητα, αλλά στην πραγματικότητα εξαρτώνται η μία από την άλλη. Η ανταγωνιστική -ελεγχόμενη- οικονομία βοηθά στη μείωση των επιπέδων ταξικής ανισότητας. Η αντιμετώπιση των δύο αυτών θεμάτων ως αντίθετων το ένα προς το άλλο, είναι ένας μύθος και το σκανδιναβικό παράδειγμα το δείχνει πολύ καθαρά[6].

[1] Michael Walzer, Socializing the Welfare State (η κοινωνικοποίηση του κοινωνικού κράτους),Amy Gutman, Democracy and the Welfare State, Princeton University Press, 1998.
[2] βλ. Δήμου Χλωπτσιούδη, Τοπική Αυτοδιοίκηση, προοπτικές ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών, όπου δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση σε τοπικό επίπεδο για την Πράσινη Ανάπτυξη.
[3] Γ. Ψαχαρόπουλος, Οικονομική της Εκπαίδευσης, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1999.
[4] Γ. Ψαχαρόπουλος, όπ.

[5] Stuckler, Basu, McKee, Budget crises, health, and social welfare programmes, British Medical Journal, 2010.

[6] Anthony Giddens, Το μέλλον του ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου, Κοινωνία των Πολιτών, τευχ. 12.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...